Ταινίες που κάποτε προβάλλονταν ως οικογενειακή ψυχαγωγία επανεξετάζονται σήμερα για τις φυλετικές καρικατούρες και τα στερεότυπά τους. Από το μακιγιάζ του Κώστα Βουτσά μέχρι τις αποφάσεις μεγάλων πλατφορμών, πού τελειώνει η κριτική και πού αρχίζει η διαγραφή της κινηματογραφικής μνήμης;

Ένας αγαπημένος κωμικός βάφει το πρόσωπό του μαύρο. Το κοινό αναγνωρίζει τη μεταμφίεση, το σενάριο χτίζει επάνω της παρεξηγήσεις και η ταινία υπόσχεται γέλιο. Μισό αιώνα αργότερα, η ίδια εικόνα γεννά ένα διαφορετικό ερώτημα: με ποιον ακριβώς γελάμε;

Η συζήτηση για το blackface και τις προσβλητικές αναπαραστάσεις έχει οδηγήσει σε αποσύρσεις έργων από πλατφόρμες, αφαίρεση σκηνών και προσθήκη επεξηγηματικών εισαγωγών. Ωστόσο, αυτές οι διαφορετικές αποφάσεις συχνά παρουσιάζονται συλλήβδην ως «απαγόρευση παλιών ταινιών». Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη.

Τι σημαίνει blackface

Ο όρος περιγράφει την πρακτική κατά την οποία ένας ερμηνευτής σκουραίνει τεχνητά το πρόσωπό του για να υποδυθεί έναν μαύρο χαρακτήρα. Το ιστορικό του βάρος συνδέεται ιδιαίτερα με τα αμερικανικά minstrel shows του 19ου αιώνα, όπου οι μαύροι άνθρωποι παρουσιάζονταν μέσα από υποτιμητικές καρικατούρες.

Όπως εξηγεί το Εθνικό Μουσείο Αφροαμερικανικής Ιστορίας και Πολιτισμού του Smithsonian, αυτή η θεατρική παράδοση συνέβαλε στη διαμόρφωση και διάδοση φυλετικών στερεοτύπων. Γι’ αυτό η συζήτηση αφορά περισσότερα από μια επιλογή μακιγιάζ: αφορά το ποιος παρουσιάζει ποιον και με ποια χαρακτηριστικά.

Η ελληνική περίπτωση και ο Κώστας Βουτσάς

Στην κωμωδία «Τον αράπη κι αν τον πλένεις το σαπούνι σου χαλάς!..», του 1973, σε σκηνοθεσία Κώστα Καραγιάννη, ο Κώστας Βουτσάς υποδύεται τον Αντώνη. Προκειμένου να εργαστεί ως μπάτλερ σε εύπορα σπίτια, ο ήρωας μεταμφιέζεται σε μαύρο, ακολουθώντας το παράδειγμα ενός άλλου χαρακτήρα της ιστορίας. Η μεταμφίεση αποτελεί κεντρικό μηχανισμό της κωμωδίας.

Ανάλογο παράδειγμα συναντάμε στον «Άνθρωπο που γύρισε από τη ζέστη», του 1972. Εκεί ο Γιώργος Μούτσιος εμφανίζεται με σκουρόχρωμο μακιγιάζ ως Χουσεΐν, ο υπηρέτης που συνοδεύει τον ήρωα του Λάμπρου Κωνσταντάρα από την Αφρική στην Ελλάδα.

Οι συγκεκριμένες εικόνες επιτρέπουν σήμερα μια κριτική ανάγνωση του τρόπου με τον οποίο ο ελληνικός εμπορικός κινηματογράφος αντιμετώπιζε τη διαφορετικότητα. Δεν αρκούν, όμως, για να υποστηρίξει κανείς ότι οι ταινίες αυτές έχουν απαγορευτεί ή αποσυρθεί συνολικά από την ελληνική τηλεόραση. Από τις πηγές που εξετάστηκαν δεν προκύπτει τέτοια γενική απόφαση.

Το «Όσα παίρνει ο άνεμος» αποσύρθηκε — και επέστρεψε

Το γνωστότερο διεθνές παράδειγμα είναι το «Όσα παίρνει ο άνεμος». Τον Ιούνιο του 2020, μέσα στο κλίμα των διαδηλώσεων μετά τον θάνατο του Τζορτζ Φλόιντ, το HBO Max απέσυρε προσωρινά την ταινία από τον κατάλογό του.

Περίπου δύο εβδομάδες αργότερα, την επανέφερε ολόκληρη, συνοδευόμενη από εισαγωγή της ιστορικού κινηματογράφου Jacqueline Stewart και πρόσθετο υλικό. Η εισαγωγή εξηγούσε πώς η ταινία εξωραΐζει τον αμερικανικό Νότο και αναπαράγει στερεότυπα για τους υποδουλωμένους μαύρους. Το συγκεκριμένο ζήτημα αφορούσε την αναπαράσταση της δουλείας και του ρατσισμού, όχι κάποια σκηνή blackface.

Η διάκριση έχει σημασία: άλλο η προσωρινή απόσυρση από μία υπηρεσία, άλλο η επιστροφή με ιστορική επεξήγηση και άλλο μια καθολική απαγόρευση.

Στη βρετανική σειρά «Little Britain», αντίθετα, η χρήση blackface αποτέλεσε συγκεκριμένο λόγο απομάκρυνσης από υπηρεσίες streaming το 2020. Στις ΗΠΑ, ζητήθηκε επίσης η απόσυρση τεσσάρων επεισοδίων του «30 Rock» που περιείχαν αντίστοιχες εμφανίσεις, ενώ αφαιρέθηκε σχετική σκηνή από το «The Office». Οι παρεμβάσεις, επομένως, δεν περιορίστηκαν σε έργα μιας μακρινής κινηματογραφικής εποχής.

Το «έτσι ήταν τότε» εξηγεί, αλλά δεν κλείνει τη συζήτηση

Ένα παλιό έργο κουβαλά τις αντιλήψεις της εποχής του. Αυτό βοηθά να το κατανοήσουμε, χωρίς να μας υποχρεώνει να θεωρούμε αθώο κάθε αστείο του.

Παράλληλα, χρειάζεται να εξετάζεται ολόκληρη η σκηνή: γελοιοποιεί έναν άνθρωπο εξαιτίας της καταγωγής του ή εκθέτει την προκατάληψη κάποιου άλλου; Η παρουσία ενός ρατσιστή χαρακτήρα δεν σημαίνει αυτομάτως ότι το έργο υιοθετεί τη θέση του. Η σάτιρα χάνει το νόημά της όταν κρίνεται μόνο από ένα απομονωμένο στιγμιότυπο.

Το ίδιο προσεκτική πρέπει να είναι και η συζήτηση για σεξιστικά αστεία, ομοφοβικές καρικατούρες ή σκηνές βίας που παρουσιάζονται ως αστείες. Κάθε περίπτωση χρειάζεται συγκεκριμένη ανάγνωση, όχι έναν αυτόματο κατάλογο απαγορεύσεων.

Να βλέπουμε το παρελθόν και να μπορούμε να το συζητάμε

Η διατήρηση μιας ταινίας δεν συνεπάγεται αποδοχή όλων όσων παρουσιάζει. Αντίστοιχα, η κριτική σε μια σκηνή δεν ακυρώνει αυτομάτως ολόκληρη τη διαδρομή ενός ηθοποιού.

Μια τεκμηριωμένη εισαγωγή, μια συζήτηση μετά την προβολή και η σαφής ενημέρωση για τυχόν περικοπές μπορούν να προσφέρουν στον θεατή περισσότερα από την αθόρυβη εξαφάνιση ενός έργου.

Μπορούμε να αγαπάμε τον Βουτσά και ταυτόχρονα να αναγνωρίζουμε ότι ένα συγκεκριμένο αστείο στηρίζεται σε φυλετικό στερεότυπο. Η σχέση μας με το σινεμά αντέχει αυτή την παραδοχή. Και γίνεται ουσιαστικότερη όταν η νοσταλγία αφήνει χώρο στην κρίση.