Μια λιγότερο γνωστή σελίδα της σαμιακής ιστορίας γράφτηκε κατά τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1768–1774, όταν ρωσικά πολεμικά πλοία εμφανίστηκαν στο Αιγαίο και η ρωσική σημαία υψώθηκε στη Σάμο.

Η Ρωσική Αυτοκρατορία επιδίωκε να αποδυναμώσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία, στερώντας της έσοδα και ασφαλή λιμάνια. Παράλληλα, καλούσε τους ορθόδοξους χριστιανικούς πληθυσμούς να εξεγερθούν, καλλιεργώντας την προσδοκία απελευθέρωσης από την οθωμανική κυριαρχία.

Η άφιξη του ρωσικού στόλου

Τον Ιούλιο του 1771 ρωσικός στόλος, με επικεφαλής τον Αλέξιο Ορλώφ, έφτασε στη Σάμο και αγκυροβόλησε στη θαλάσσια περιοχή από το Ηραίο έως τον Μεσόκαμπο. Ανάμεσα στα πληρώματα βρίσκονταν και Έλληνες, μεταξύ των οποίων ο Σαμιώτης Νικόλαος Καραμανόλης, που υπηρετούσε ως υπαξιωματικός.

Ρώσοι αξιωματικοί αποβιβάστηκαν στο νησί και μοίρασαν προκηρύξεις της αυτοκράτειρας Αικατερίνης Β΄. Οι προκηρύξεις υπόσχονταν στους χριστιανικούς πληθυσμούς απαλλαγή από τον οθωμανικό ζυγό.

Η άφιξη του στόλου και οι υποσχέσεις αυτές προκάλεσαν μεγάλο ενθουσιασμό. Σύμφωνα με όσα καταγράφει ο Επαμεινώνδας Σταματιάδης στα «Σαμιακά», αρκετοί κάτοικοι ύψωσαν ρωσικές σημαίες στα σπίτια, στα χωράφια και στα αμπέλια τους, θεωρώντας ότι η οθωμανική κυριαρχία είχε ήδη τελειώσει.

Η πραγματικότητα, ωστόσο, αποδείχθηκε αρκετά διαφορετική.

Η ιστορία με τις σημαίες και τα αμπέλια

Ο Σταματιάδης διασώζει ένα χαρακτηριστικό περιστατικό, το οποίο αποδίδει με έντονο αφηγηματικό και πιθανότατα σκωπτικό ύφος.

Όταν ο ρωσικός στόλος επέστρεψε στη Σάμο, ο Ορλώφ φέρεται να διέταξε τους ναύτες του να προμηθευτούν καρπούς μόνο από τα χωράφια και τα αμπέλια στα οποία κυμάτιζε η ρωσική σημαία. Η εξήγηση ήταν απλή: αφού οι ιδιοκτήτες τους δήλωναν με τη σημαία ότι ήταν υπήκοοι της Ρωσίας, οι καρποί θεωρούνταν διαθέσιμοι για τις ανάγκες του ρωσικού στόλου.

Οι ναύτες έκοψαν σταφύλια και άλλους καρπούς, προκαλώντας ζημιές στα αμπέλια. Όταν οι κάτοικοι διαμαρτυρήθηκαν και τους ζήτησαν να πάρουν προϊόντα και από γειτονικές εκτάσεις, οι Ρώσοι φέρεται να απάντησαν ότι δεν μπορούσαν να αγγίξουν την περιουσία των υπηκόων του σουλτάνου.

Κατά τον Σταματιάδη, μετά το πάθημα αυτό οι ρωσικές σημαίες εξαφανίστηκαν γρήγορα από τα σαμιακά αμπέλια. Η διήγηση αποτυπώνει με χαρακτηριστικό τρόπο τη διάψευση των μεγάλων προσδοκιών που είχε δημιουργήσει η άφιξη του ρωσικού στόλου.

Η Καντσηλαρία της Σάμου

Κατά την περίοδο της ρωσικής παρουσίας τοποθετήθηκε στη Σάμο διοικητής με το όνομα Λάσκαρις. Εκείνος εγκατέστησε τοπική διοικητική αρχή, η οποία αναφέρεται στις πηγές ως «Καντσηλαρία της νήσου Σάμου».

Στη διοίκηση συμμετείχαν και ντόπιοι σύμβουλοι, οι οποίοι ονομάζονταν «Σύντυχοι». Ο Λάσκαρις ασκούσε διοικητικά καθήκοντα και χρησιμοποιούσε ιδιαίτερη σφραγίδα. Πάνω της υπήρχε ο δικέφαλος αετός και περιμετρικά η επιγραφή:

«Καντσηλαρία της νήσου Σάμου 1772».

Η ύπαρξη της σφραγίδας αποτελεί σημαντική μαρτυρία της προσωρινής διοικητικής οργάνωσης του νησιού υπό τη ρωσική παρουσία. Δεν επρόκειτο, όμως, για οριστική προσάρτηση της Σάμου στη Ρωσική Αυτοκρατορία.

Η επιστροφή στην οθωμανική κυριαρχία

Ο Ρωσοτουρκικός Πόλεμος ολοκληρώθηκε το 1774 με τη Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή. Με το άρθρο 17 η Ρωσία επέστρεψε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία τα νησιά του Αιγαίου που είχαν βρεθεί υπό τον έλεγχό της.

Μετά τη συμφωνία ανακλήθηκε και η ρωσική διοίκηση της Σάμου. Το νησί επανήλθε πλήρως στην οθωμανική κυριαρχία, ενώ οι ελπίδες που είχαν γεννηθεί από την παρουσία του στόλου έμειναν ανεκπλήρωτες.

Η ρωσική σημαία δεν κυμάτισε για πολύ στη Σάμο. Άφησε, όμως, πίσω της μία παράξενη ιστορία προσδοκιών, διοικητικών πειραματισμών και μιας απρόσμενης σύγκρουσης ανάμεσα στις μεγάλες γεωπολιτικές υποσχέσεις και στην καθημερινή πραγματικότητα των σαμιακών αμπελιών.

Βασική πηγή: Επαμεινώνδας Σταματιάδης, «Σαμιακά».